Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

ΚΑΘΕΝΟΙ
Κάθε ένας με τον νου του. Η πιθανότερη εκδοχή για την ονομασία του χωριού. Η ίδρυση του χωριού έγινε πολύ πριν την τουρκοκρατία . Η παράδοση αναφέρει ότι υπήρχε διχογνωμία για το που έπρεπε να κτιστεί το νέο χωριό. Ετσι αποφάσισαν να διαλέξουν τον νέο τόπο με την λογική της διατήρησης των τροφίμων. Ο καθένας άφησε από ένα κομμάτι κρέας στο μέρος που επιθυμούσε. Μετά τρεις ημέρες το κομμάτι που είχαν αφήσει στην τωρινή θέση του χωριού ήταν το μόνο που δεν είχε χαλάσει. Μετά την απελευθέρωση αρκετοί Βαβουλιώτες και Ακριώτες μετοίκησαν στο χωριό.
Στην περιοχή των Καθενών έχουν βρεθεί πάρα πολλά ευρήματα όλων των ιστορικών περιόδων. Πλήθος νεολιθικών οικισμών μαρτυρά πυκνή οίκηση αυτή την περίοδο. Στη θέση Ντούγλη υπήρχαν μαρτυρίες για Κυκλώπειο τείχος, στη θέση Βελανίδι και Γραμονή βρέθηκαν πέτρες με σκαλισμένο κοίλωμα στο πάνω μέρος ενώ στη θέση Αλαφόκαμπος πολύ κοντά στα Έρια βρέθηκαν επιτύμβιες πλάκες οι οποίες εκτίθενται στο μουσείο της Χαλκίδας.
ΕΡΙΑ
Μέσα στα πολλά νερά και σε οργιώδη βλάστηση βρίσκεται ο ναός της Υπαπαντής του Σωτήρος(13-16 αιώνας) Η ιστορία της περιοχής χάνεται στον μύθο αφού κάποιοι μελετητές συνδέουν την ονομασία της περιοχής με τον Υριέα πατέρα του μυθολογικού Άγριου Λύκου.
ΑΓΙΑ ΤΡΙΤΗ
Κατεστραμένος ναός στην τοποθεσία Μαργέλια που σύμφωνα με την παράδοση υπήρχε μεσαιωνικός οικισμός.









www.dirfys.gr

Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ


Η ΚΑΘΕΝΙΩΤΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ


Οι παλιοί Καθενιώτες έραβαν μονοί τους από υφαντό στον αργαλειό ύφασμα σχεδόν το σύνολο των ρούχων που φορούσαν. Την δουλειά αυτή την έκαναν οι γυναίκες αλλά και οι άντρες ραφτάδες. Έραβαν τα ρούχα στο χέρι γιατί δεν είχαν ραπτομηχανές ή οποίες ήρθαν πολύ αργότερα και ήταν χειροκίνητες και ακριβές

. Τα ρούχα τους ήταν τα καθημερινά τα οποία ήταν από φτηνό υφαντό ύφασμα και τα επίσημα που ήταν από ακριβότερα υφάσματα και στολισμένα με κεντίδια. Τα υλικά αυτών των ρούχων ήταν καλής ποιότητος αγορασμένα ακριβά, λόγω της οικονομικής ευμάρειας πολλών Καθενιωτών, πράγμα που προκαλούσε τον φθόνο των κατοίκων των διπλανών χωριών όταν τα φορούσαν και πήγαιναν στα πανηγύρια τους. Αχνά κατάλοιπα αυτού υπάρχουν μέχρι σήμερα. Ο κάμπος που τους έδινε στάρι, λάδι, κρασί, γάλα , τυρί, μαλλί και φρούτα ήταν η αιτία τις οικονομικής τους ευμάρειας. Τα αγοραστά ρούχα ήταν πολύ λίγα. Τα γιορτινά το φορούσαν στις γιορτές στα πανηγύρια και στους γάμους. Στις επίσημες ενδυμασίες ανήκουν η νυφική και η γαμπριάτικη τις οποίες έφτιαχναν με ιδιαίτερη τέχνη και φροντίδα.. Σταδιακά οι Καθενιώτες εγκατέλειπαν τα υφαντά ρούχα και άρχισαν να αγοράζουν φτηνά υφάσματα για να φτιάχνουν τα καθημερινά τους ρούχα. Αυτά ήταν μάλλινα υφάσματα και τα ονόμαζαν της ρετσίνας. Η γυναικεία φορεσιά των Καθενών ανήκει στην φορεσιά με σεγκούνα. Πρώτη καταγραφή της φορεσιάς των Καθενών έγινε από τον καθηγητή Ιωάννη Καρά με τίτλο ‘Ενδυμασία Καθενών της Εύβοιας’ και δημοσιεύτηκε το 1962 στον Κ΄ τόμο της Λαογραφίας., η οποία αποτέλεσε την βάση της παρούσας εργασίας. Την εργασία του κ. Καρρά έλαβε υπόψη της και η Αγγελική Χατζημιχάλη στο έργο της ‘η ελληνική λαϊκή φορεσιά’ που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο <<ΜΕΛΙΣΣΑ>>. Στην Σκατσέρενα διακρίνουμε όλα τα στολίδια της, σκουλαρίκια, περιδέραιο, μασαλάς, τάλαρα, κλειδωτήρια, βραχιόλι και δαχτυλίδι. Κάτοχος η εγγονή των, Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα



Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ Α΄ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ


Του πκάμσου (πουκάμισο). Το πουκάμισο κάλυπτε όλο το σώμα και έφτανε μέχρι τους αστραγάλους. Ήταν ένα άσπρο φαρδύ ρούχο το οποίο έραβαν στο χέρι. Είχε κέντημα στον ποδόγυρο και στα μανίκια, με καθορισμένα σχέδια τα οποία έχουν σχέση με την εποχή και την ηλικία της γυναίκας που το φορά. Ήταν φτιαγμένο από βαμβακερό ύφασμα το οποίο ύφαιναν στον αργαλειό. Στο μέρος του στήθους είχε άνοιγμα το οποίο κούμπωνε με ένα κουμπί και το οποίο κάλυπτε η τραχηλιά. Όταν το μάζευαν το δίπλωναν σε φλέβες για να μην τσαλακωνόταν. Το κεντούσαν στο χέρι με μαυροκέντι, δηλαδή με μαύρη κλωστή . Τα συνήθη σχέδια του ήταν το πεταλάκι και το μαυρομάτι (φαρδύ τετράγωνο κέντημα το οποίο κατέληγε σε τρίγωνο στην κορυφή του) Στον κάτω μέρος είχε ταμτέλλα (δαντέλα) η οποία κατέληγε σε γλωσσίδια. Η Σεγκούνα Σεγκούνα. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου Κεντήματα σεγκούνας Ή Μπουκαδούρενα Ποδιά. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα Ζιπούνι. Κάτοχος Φανή Κορώνη Πουκάμισο. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα. Μεσοφόρι. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα Μαντίλι, ζωγραφιστό, κεντρικό σχέδιο. Κάτοχος Φανή Κορώνη Η σουρκάδα Το ύφασμα της ήταν υφαντό από άσπρο χοντρό μαλλί προβάτου που για να κάνει χνούδι το έστελναν στο νεροτριβείο. Η σουρουκάδα είχε από την μια πλευρά σε σειρές πυκνά φλόκια και σειράδια στα μανίκια, στις τσέπες και γύρω- γύρω στην περίμετρο. Μπροστά υπήρχαν δυο σειρές από φλόκια και μια πίσω. Την έραβαν στο χέρι ειδικοί μάστοροι. Στο χωρίο ξακουστός ήταν ο Μπαρδαμπούλιας (Βασίλης Κούρος). Οι καλύτεροι όμως μάστοροι ήταν οι Αγραφιώτες οι οποί έρχονταν το καλοκαίρι με τους καλφάδες. τους βοηθούς τους Του ζπούν (ζηπουνί) ή τζάκος όπως είναι γνωστό σε άλλα μέρη . Ήταν φτιαγμένο από δυο διαφορετικά υφάσματα Το μπροστινό και το πίσω μέρος που τα κάλυπταν η τραχηλιά και η σουρκάδα αντίστοιχα, ήταν φτιαγμένο από φτηνό ύφασμα. Ενώ τα μανίκια που φαίνονταν ήταν φτιαγμένα από ύφασμα καλής ποιότητας , μετάξι ή βελούδο ,με ζώνες διαφορών χρωμάτων. Τα μανίκια ήταν ανοικτά στο κάτω άκρο και κατέληγαν στο λοξό ή φραξίδι με ταμτέλες Το φραξίδι ήταν μια ζώνη με χρώματα διαφορετικά από εκείνα του μανικιού για κάνει αντίθεση. Πολλές φορές στα μανίκια αντί για ταμτέλλα έβαζαν ρέλι στις άκρες των μανικιών Η τραχηλιά. Ήταν κατασκευασμένη από ύφασμα λευκό υφαντό ή αγοραστό. Ήταν απλή η είχε ταμτέλα και απλά κεντίδια (ψοροκόκκαλο). Την Φορούσαν στο στήθος για να σκεπάζει το ανοικτό μέρος του πουκαμίσου. Είχε λαιμόκοψη και δενόταν πίσω από το λαιμό με κορδόνι ή κούμπωνε με κουμπί. Στη μέση δενόταν επίσης με κορδόνι. Την έβαζαν μέσα στη σεγκούνα. Η ποδιά. Κάλυπτε το πουκάμισο από την μέση μέχρι λίγο πιο πάνω από το κέντημα του ποδόγυρου. Το είδος της εξαρτάτε από το υλικό της κατασκευής της. Το ύφασμα της ήταν υφαντό βαμβακερό και ίδιο με το ύφασμα των μανικιών του ζηπουνιού και έχει τα ίδια χρώματα και τις ίδιες γραμμές με αυτό εκτός από τις τρεις κατώτερες που είναι πλατυτέρες, με πιο ζωηρά χρώματα. Γύρω- γύρω έχει και η ποδιά το λοξό που ήταν όμοιο με εκείνο του ζηπουνιού. Ήταν κεντημένες στο χέρι. Υπήρχαν ακόμη και κεντημένες έτοιμες αγοραστές Το μαντίλι. Ήταν το υφασμάτινο κάλυμμα της κεφαλής απλό η με κεντίδια Είναι το ίδιο που φοράνε σήμερα μερικές γριές. Είχε κόκκινο, κίτρινο, μαύρο ή ζαχαρί χρώμα με κλάρες (σχέδια).Στα άσπρα μαντίλια έφτιαχναν αζούρ ή τριπογάζι, γύρω-γύρω στην άκρη του μαντιλιού και το γυρίζανε. Υπήρχαν μαντίλια τα οποία ήταν ζωγραφιστά. Ανακάτευαν φυσικά χρώματα με σαπούνι και με το μίγμα ζωγράφιζαν τα σχέδια. Τα τσουράπια (κάλτσες) Ήταν πλεκτά από άσπρο ύφασμα με πατούσες ή χωρίς. Το μήκος τους έφτανε μέχρι το γόνατο και τα έδεναν με την γονατά- ρα. Εκείνα που δεν είχαν πατούσα τα έλεγαν κοντοτσούραπα και είχαν μια υφασμάτινη γλώσσα που την περνούσαν στην καμάρα του ποδιού για να την κρατάει τεντωμένη. Τη λουρίδα αυτή την έλεγαν προυπόδ (προπόδι). Η ΝΥΦΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ Του π’κάμ’σου (πουκάμισο). Κατασκευάζονταν από άσπρο ύφασμα και το έραβαν στο χέρι. Ήταν ολόκληρο φουστάνι, φαρδύ και μακρύ που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους. Το πουκάμισο στο μπροστινό μέρος ήταν ανοικτό και το κάλυπτε η τραχηλιά. Τα μανίκια ήταν φαρδιά στο άνοιγμα και κοντά. Δε έφταναν μέχρι τον καρπό αλλά σταματούσαν πέντε περίπου εκατοστά πριν από αυτόν. Τα μανίκια είχαν κεντήματα το ονομαζόμενα μυγδαλάκια , γιατί έμοιαζαν έτσι. Στο ποδόγυρο είχαν ένα συνεχόμενο κέντημα πλάτους 70 έως 90 εκατοστών, το πεταλάκι. Από το πεταλάκι ανέβαιναν εναλλάξ προς τα πάνω, σαν δέντρα, διαφορά μεγάλα ή μικρά κεντήματα. Ο ποδόγυρος όλων των πουκαμίσων ήταν στολισμένος με χρυσές πούλιες οι οποίες στις σημερινές φορεσιές δεν υπάρχουν γιατί έχουν χαθεί από τον καιρό. Το Καθενιώτικο πουκάμισο μοιάζει στο σχήμα και στα κεντίδια με το πουκάμισο της Τανάγρας. Η σιγκούνα. Ήταν κατασκευασμένη από μαντανισμένο άσπρο χοντρό μάλλινο ύφασμα προβάτου, το σαγιάκι. Όσες ήταν πλούσιες έφτιαχναν σιγκούνα από ωραίο αγοραστό ύφασμα που το έλεγαν σαάκ. Τα κεντήματα που ήταν χειροποίητα από αγοραστή τρίχα και απαιτούσαν υπομονή και δεξιοτεχνία. Ξακουστές κεντήστρες εκείνα τα χρονιά ήταν η Αρίσταινα (Αγγελική- Ακριώτη) η Κουταογύρω (Αργυρώ Κουσκούτη) και η Ασπασία Αθανασίου. Στο στήθος κεντούσαν μαργαρίτα ή σταυρό. Στο πίσω μέρος τα πολλά σειράδια κατέληγαν σε πολλά κρόσσια. Του ζπουν (ζιπούνι) το φορούσαν κάτω από την σεγκούνα. Η πλάτη και το στήθος ήταν φτιαγμένα από άσπρο ύφασμα, ενώ τα μανίκια από μελιτζανί βελούδο το οποίο ονόμαζαν φέλπα. Τα μανίκια ήταν μακριά, ανοικτά στο κάτω μέρος και κεντημένα με μουλινέδες. Τα συνηθισμένα κεντήματα ήταν μαργαρίτες, φύλλα δένδρου, λουλούδια και ένα μικρό πουλί σε κάθε μανίκι. Γύρω από το κέντημα υπήρχε κόκκινος πλισές και κάτω από αυτόν άσπρη ταμτέλλα (δαντέλλα). Η ποδιά. Φοριόταν πάνω από την σεγκούνα και σκέπαζε την τραχυλιά Ήταν φτιαγμένη και αυτή από την φέλπα όπως το ζιπούνι. Το κάτω μέρος της ποδιάς ήταν κεντημένο με φύλλα, λουλούδια και δυο πουλιά. Κάτω από τα κεντήματα υπήρχε κόκκινος πλισές που κατέληγε σε άσπρη ταμτέλλα. Ήταν βελούδινες ή από άσπρο μετάξι. Η ζώνη της ποδιάς ήταν απλά κεντημένη (ψαροκόκαλο) Το ζιπούνι και η ποδιά λέγονταν και γκεργκεφίκια γιατί ήταν κεντημένα. Από το ρήμα γκερκεφίζω πού σημαίνει κεντάω και γκερκερίφι το κέντημα. Η τραχ’λιά (τραχιλιά) Ήταν από άσπρο ύφασμα και είχε απλά ή σύνθετα κεντήματα. Την φορούσαν στο στήθος πάνω από το ζιπούνι και μέσα από την σιγκούνα να για να καλύψουν το άνοιγμα! του πουκαμίσου. Του μα’τήλ (μαντήλα) Το νυφικό μαντίλι ήτα κόκκινο. Γύρω-γύρω είχε κεντημένα κλαδιά και σε κάθε γωνιά μπουκέτο λουλουδιών. Στο κέντρο είχε κλωνάρια σε σχήμα σταυρού και στις γωνίες του σταυρού ήταν κεντημένα μικρά λουλούδια. Του μικαντενο ζ'ναρ' (ζωνάρι).Αυτό ήταν αγοραστό ίσως από την Θήβα γιατί εκεί ανθούσε η κατεργασία του μεταξιού και η υφαντική εκλεκτών υφασμάτων. Το φορούσαν, διπλό στο πλάτος, στη μέση πάνω από τη σεγκούνα. Μέσα στη δίπλα έβαζαν -καρύδία αμύγδαλα και σταφίδες τα οποία πετούσε ή νύφη πάνω από την πλάτη της όταν πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού. Το ζωνάρι είχε ζώνες διαφόρου σχήματος και χρώματος αλλά το χρώμα του στο κέντρο ήταν γερανί. Στις άκρες είχε κρόσσια Το μήκος του 2,5 μέτρα και το φάρδος του 25 εκατοστά. Οι κάλτσες. Ήταν πλεκτές και είχαν κόκκινες και άσπρες ζώνες Τα παπούτσια. Τα νυφικά παπούτσια τα έλεγαν β΄δέλλα (βιδέλα) . Ήταν μαύρα με κοντό τακούνι, κούμπωναν με τρία σιδεράκια γυρισμένα σαν άγκιστρα. Δεν είχαν όλες οι νύφες β’δέλλα. Τα παπούτσια πήραν το όνομα τους από το βιδέλο, το δέρμα που χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή παπουτσιών. Με την ίδια ονομασία τα συναντάμε στην Αγ. Άννα στην Εύβοιας, ενώ με το όνομα βιδέλα στην Ελευσίνα.



Η ΑΡΜΑΤΩΣΙΑ ΤΗΝ ΝΥΦΗΣ


Το στόλισμα της νύφης συμπλήρωναν τα στολίδια που ήταν : Τα γιορτάνια. Ήταν το μικρό και το μεγάλο Τα φορούσαν στον λαιμό. Το μικρό που φορούσαν πρώτα ήταν ασημένιο και στη μέση είχε μια γαλάζια πέτρα. Κάτω από το μικρό φορούσαν, το μεγάλο που ήταν και αυτό ασημένιο. Στολίδια της νύφης : Γιορτάνι, μασαλάς, δαχτυλίδι, σκουλαρίκι, μεγάλα κλειδωτήρια. Κάτοχος Καλλιόπη Κηρύκου ή Μπουκαδούρενα Ο Μασαλας. Αποτελούταν από τρεις σειρές αλυσίδες από τις οποίες κρέμονταν νομίσματα. Ήταν δραχμές της εποχής του Όθωνα και συγκεκριμένα των ετών 1832 1833 και 1834 Ο μασαλάς στερεωνόταν στο στήθος με άγκιστρα Τα κλειδωτήρια. Αποτελούνταν από δυο κομμάτια τα οποία ενώνονταν (κούμπωναν) σε ένα σημείο. Εκεί που γινόταν το κούμπωμα υπήρχε πέτρα χρώματος μπλε. Ήταν χυτά ασημένια και κουμπώνουν την σεγκούνα που δεν έχε κουμπιά. Τα ζγατζούδια. Ήταν μικρά έμοιαζαν με τα κλειδωτήρια. Κούμπωναν και αυτά την σεγκούνα καλυπτοντόμενα από τα κλειδωτήρια. Από αυτά κρέμονταν δυο αλυσίδες που με άγκιστρο πιάνονταν στους γοφούς και είχαν νόμισμα της εποχής του Όθωνα. Τα βραχιόλια. Ήταν σειρά πέντε λεπτών αλυσίδων στερεωμένων σε αγκράφες που κούμπωναν στον καρπό. Οι αγκράφες ήταν στολισμένες με κόκκινες και γαλάζιες χάντρες . Τα τάλαρα. Ήταν σαν τα φλουριά αλλά πολύ μεγαλύτερα, τα οποία έραβαν σε λουρίδα από πανί και τα κρεμούσαν στο στήθος στερεώνοντας τα στο σβέρκο της νύφης. Τα τοποθετούσαν έξω από τα άλλα στολίδια (γιορντάνι και μασαλά). Τα σκουλαρίκια. Ήταν ασημένια, με τρεις ή τέσσερις αλυσιδίτσες να κρέμονται από το κυρίως σκουλαρίκι στολισμένες με γαλάζιες χάντρες.


ΑΝΔΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ


Α' ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


Η π’καμίσα (πουκαμίσα) η κοντό. Η πουκαμίσα ήταν φτιαγμένη από άσπρο βαμβακερό ύφασμα υφαντό στον αργαλειό από αγοραστό νήμα και ραμμένη στο χέρι. Αργότερα έβαφαν το ύφασμα γεράνιο γιατί το άσπρο ήταν δύσκολο στο πλύσιμο. Η πουκαμίσα ήταν κοντή και έφτανε μέχρι τα γόνατα Είχε άνοιγμα μέχρι την μέση και κούμπωνε με μικρά κουμπιά. Η περιοχή του στήθους καλυπτόταν από πυκνές πένσες που σχημάτιζαν ένα ξεχωριστό τετράγωνο. Από την μέση και κάτω ήταν φαρδύ και λεγόταν πουκαμίσα φουστανελλάδικη. Τα μανίκια ήταν πλατιά και ανοικτά κάτω. Αργότερα έγιναν κοντά και κούμπωναν στον καρπό. Οι κάλτσες ήταν πλεκτές ή υφαντές χωρίς πατούσα που έφταναν μέχρι το γόνατο όπου δένονταν με την γονατάρα. Στο κάτω μέρος ήταν ραμμένη μια λεπτή λουρίδα που περνούσε κάτω από την καμάρα του ποδιού και κρατούσε την κάλτσα τεντωμένη. Η λουρίδα αυτή ονομαζόταν παλιά στάφα αργότερα πατήκι. Το παντελόνι. Οι Καθενιώτες άρχισαν να φορούν παντελόνια, μετά το 1880. Το παντελόνι εκείνης της εποχής ήταν κοντό και, έφτανε μέχρι το γόνατο. Το έλεγαν μπουτούρι. Ήταν ραμμένο από υφαντό ύφασμα συνήθως μαύρο. Αργότερα τα μπουντούρια και οι κάλτσες αντικαταστάθηκαν από τα πανωβράκια.. Όταν έφτασε στο χωριό η Ευρωπαϊκή (Φράγκικη ) ενδυμασία το πανωβράκι αντικαταστήθηκε από το παντελόνι που το έραβαν από ντρίλινο αγοραστό ύφασμα . Αυτό το ύφασμα το ονόμαζαν της ρετσίνας. Τα πανωβράκια φτιάχνονταν από υφαντό μάλλινο ύφασμα μαύρου χρώματος. Ήταν στενά αλλά κάτω από τα σκέλια σχημάτιζαν την σέλα για να μη δυσκολεύονται στο περπάτημα. Τα έδεναν στη μέση με ένα κομμάτι σχοινί την βρακοζώνα, την οποία περνούσαν μέσα από την φακαρόλα, στο κενό δηλαδή που δημιουργείται στο πάνω μέρος του πανωβρακιού όταν δίπλωναν το ύφασμα προς τα κάτω και το έραβαν. Τον χειμώνα φορούσαν το σταυρωτό η γιλέκο. Ήταν φτιαγμένο από σκούρο μπλε υφαντό ύφασμα Το ύφασμα ήταν φτηνό χωρίς πολλά κεντίδια. Στα βαριά χειμωνιάτικα κρύα φορούσαν πάνω από όλα την πατατούκα. Ήταν φτιαγμένη από μάλλινο προβάτινο ύφασμα χρώματος μπλε ή μαύρου και έφτανε λίγο πιο πάνω από τα γόνατα. Όταν ύφαιναν το ύφασμα το πήγαιναν στο μαντάνι για να μπάσει και για να γίνει χοντρό και το έλεγαν σ’κτι (σκουτί). Την πατατούκα τη έραβαν στο χέρι ή στην χειροκίνητη ραπτομηχανή .Γνωστός ράφτης ήταν ο Μπαρδαμπούλιας. ΕΠΙΣΗΜΗ Του π’κμάμ’σου (πουκάμισο) ή κοντό. Το έραβαν από λευκό και λεπτό βαμβακερό αγοραστό ύφασμα. Ήταν ανοιχτό στο στήθος, όπου έφτιαχναν πολλές πιέτες. Τα μανίκια ήταν φαρδιά στις άκρες και μακριά ή στενά στον καρπό για να κουμπώνουν αλλά το ίδιο φαρδιά. Ο γιακάς ήταν μικρός και στρογγυλός. Φουστανέλα Φουστανέλα. Κατασκευάσθηκε το 1904 στα Ψαχνά. Κάτοχος. Αντώνης Ρουμπής. Φέσι. Κάτοχος. Αντώνης Ρουμπής Ζωνάρι σε φουστανέλα. Κάτοχος Α. Ρουμπής Κάλτσες. Κάτοχος Φανή Κορώνη. Γιλέκο. Κάτοχος Φανή Κορώνη. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το σταυρωτό γιλέκο. Αυτό ήταν φτιαγμένο από σκουτί ή τσόχα χρώματος βαθύ μπλε ή μαύρου με ωραία κεντήματα στο στήθος όπου κούμπωνε σταυρωτά με ειδικά κουμπιά. Τα κουμπιά ήταν μικρά, στρογγυλά με κρόσσια και κούμπωναν σε θηλιές. Κεντήματα είχε και στην πίσω πλευρά ένα στην μέση και ένα κοντά στον τράχηλο. Η φόρμα με μανίκια (πισλί). Ήταν φτιαγμένη από αγοραστό ύφασμα βαθύ μπλε και μαύρου χρώματος. Στο μπροστινό μέρος είχε κεντήματα φτιαγμένα με χοντρούς πράσινους μουλινέδες και κουμπιά με θηλιές σε σειρά που σπάνια κούμπωναν. Στο πίσω μέρος κρέμονταν δύο ψευτομάνικα που κατέληγαν σε γλωσσίδια κεντημένα και ήταν φοδραρισμένα εσωτερικά με μεταξωτό κόκκινο πανί. Τα ψευτομάνικα είχαν σε όλη την περίμετρο τους σειράδια από πράσινους μεταξωτούς μουλινέδες. Τα δύο άκρα των μανικιών καθώς και το πίσω μέρος ήταν καλυμμένα από κεντήματα. Η φ’στανέλλα (φουστανέλα). Το σύμβολο της Ελληνικής λεβεντιάς. Ήταν φτιαγμένη από χασέ, λευκό αγοραστό ύφασμα. Για να βγαίνουν ωραία τα κομμάτια πριν τα κόψουν έβαζαν το ύφασμα μια μέρα στο νερό για να μπάσει και ύστερα το στέγνωνα και το σιδέρωνα. Έραβαν την φουστανέλα στο χέρι και αργότερα με τις χειροκίνητες ραπτομηχανές. Πρώτα έκοβαν το ύφασμα σε ισοσκελή τρίγωνα, τις λόξες ή φιλέτα ή φύλλα. Οι λόξες είχαν μήκος 15 εκατοστά στην βάση και 3ή 4 εκατοστά στην κορυφή που δεν ήταν μυτερή γιατί ήταν κομμένη. Όσο πιο στενή είναι η κορυφή τόσο πιο φουσκωτή γίνεται κάτω η φουστανέλα. Για να μην ξεφτίζουν οι λόξες τις δίπλωναν στις πλευρές τους και τις έραβαν με Γαλλική ραφή ή πλακοραφή. Επίσης για να είναι ακριβώς ίσιες τις τοποθετούσαν την μια πάνω στην άλλη όταν τις έκοβαν και διόρθωναν τις τυχόν ατέλειες. Τις λόξες τις έραβαν ή τις γάζωναν από την βάση προς την κορυφή, για να είναι οι βάσεις ακριβώς στο ίδιο ύψος, ενώ αν εξείχε καμιά άκρη στη κορυφή τη έραβαν μέσα στη ζώνη και δεν φαινόταν η ατέλεια. Οι κορυφές ράβονταν από τις δυο πλευρές (μέσα και έξω) σε μια ζώνη περίπου δέκα εκατοστών που την έλεγαν φακαρόλα. Η φουστανέλα αποτελούταν από δύο κομμάτια τα οποία ενώνονταν με κόπιτσες και την στερέωναν στην μέση ή ήταν μονοκόμματη και την στερέωναν στη μέση με κορδόνι το οποίο περνούσαν μέσα στο κενό που είχε η φακαρόλα. Για να υπολογίσουν τον αριθμό των φύλλων μετρούσαν την μέση του άνδρα ή του παιδιού. Ο αριθμός των τριγωνικών υφασμάτων που είχε μια φουστανέλα καθόριζε το μέγεθος και το βάρος της. Οι μεγαλύτερες είχαν 400 φύλλα ή λόξες. Για να είναι ατσαλάκωτες οι φουστανέλες τις σιδέρωναν φύλλο -φύλλο με ειδικό σίδερο με κάρβουνα που το έλεγαν σκανταλέτο. Οι Καθενιώτες έραβαν τις φουστανέλες τους στο χωριό, αλλά και σε άλλα χωριά όπως τα Ψαχνά, σε ραφτάδες που ήταν ειδικοί τεχνίτες. Γνωστός Καθενιώτης ράφτης ήταν ο Μπαρδαμπόυλιας. Οι Καθενιώτες φορούσαν δύο ειδών φουστανέλες . Κυρίως την παλαιοελλαδίτικη που ήταν μακριά και την φορούσαν οι κάτοικοι της παλιάς Ελλάδας, αυτή που φορούσε ο Κολοκοτρώνης και τη κοντή που λεγόταν Τυρναβίτικη, γιατί αυτό το είδος φοριότανε στον Τύρναβο. Συνέχεια της φουστανέλας ήταν οι κάλτσες. Ήταν άσπρες υφαντές ή πλεκτές και πολύ μακριές. Στους μηρούς του έδεναν με νήματα και κάτω από το πόδι τις στερέωναν στην στάφα ή πήχη (πατήχι). Τις έδεναν κάτω από το γόνατο με τις γονατάρες, οι οποίες στο ένα άκρο είχαν δύο μαύρες φούντες και στο άλλο μια θηλιά μέσα από την οποία περνούσαν οι φούντες κατά το δέσιμο. Του ζ’ναρ (ζωνάρι). Το φορούσαν στην μέση για φιγούρα αλλά και για να καλύπτει την φουστανέλα στο σημείο που στηριζότανε στο σώμα και για να μη φαίνεται η φακαρόλα. Ήταν αγοραστό ή υφαντό το ανεπίσημο. Είχε μήκος 1,80 μέχρί 2,00 μέτρα. Το πλάτος του ποίκιλε. Πολλές φορές το φαρδύ το δίπλωναν στη μέση και το έραβαν στις άκρες. Το κενό που δημιουργούταν το γέμιζαν με κλωστές ή στριφτό ύφασμα για να είναι σκληρό. Το ζωνάρι δενόταν με κορδόνι περασμένο μέσα από το κενό ή με κόπιτσα. Είχε διάφορα χρώματα και στις άκρες λεπτά και μακριά κρόσσια που έπεφταν στο αριστερό μέρος. Παλιά ήταν έθιμο να χαρίζουν ζωνάρια στους φίλους τους οι συγγενείς των μελλονύμφων κατά τον αρραβώνα ή τον γάμο. Το κεφάλι κάλυπτε του φες (φέσι) Ήταν αγοραστό, βελούδινο κόκκινου χρώματος και αργότερα το έβαφαν γεράνιο γιατί το άσπρο ήταν δύσκολο στο πλύσιμο. Είχε μια μπλε ή μαύρη φούντα. Τα εσώρουχα Γυναικεία Ο στηθόδεσμος. Ήταν σαν την τραχυλιά και τον έδεναν πίσω. Τον έλεγαν μπούστο. Το ύφασμα ήταν βαμβακερό και το έραβαν μόνες τους ή σε τοπικές μοδίστρες. Το μεσοφόρι. Φοριόταν κάτω από το πουκάμισο και είχε συνήθως το ίδιο σχήμα με αυτό. Ήταν βαμβακερό υφαντό από αγοραστό κάμποτ. Ήταν αμάνικο και ανοιχτό στο λαιμό ή με λαιμόκοψη. Το βρακί. Ήταν μακρύ και το έδεναν πάνω από το γόνατο με κορδόνια, όπως και στη μέση επίσης το έδεναν με κορδόνι. Το ύφασμα ήταν υφαντό ή αγοραστό λευκού χρώματος. Ανδρικά. Το Σώβρακο με σέλα, ήταν μακρύ μέχρι τον αστράγαλο (σκελέα) και κατασκευασμένο από βαμβακερό ύφασμα, συνήθως άσπρο αλλά και μαύρο. Η Φανέλα Ήταν λευκή μάλλινη, υφαντή στον σπιτικό αργαλειό. Είχε μανίκια και λαιμόκοψη. Στη μια πλευρά είχε άνοιγμα και έπιανε με μια κόπιτσα. Τα λευκά εσώρουχα αλλά και όλα τα ασπρόρουχα τα έπλεναν με ασπρόχωμα. Τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού. Κάτοχος. Γιάννης Κούρος ή Κάπελας. Τα παπούτσια Τα επίσημα παπούτσια τα αγόραζαν. Είχαν φούντα και τα έλεγαν τζάμκα. Τα αγόραζαν γιατί οι κατασκευαστές ήταν ειδικοί τεχνίτες και δεν υπήρχαν τέτοιοι στο χωριό. Οι τσαγκάριδες απλώς τα επισκεύαζαν. Τα τσαρούχια τα οποία έφτιαχναν μόνοι τους, ήταν τα παπούτσια των φτωχών και διακρίνονταν σε δύο είδη. Στα καουτσούκια, για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιούσαν σόλα από καουτσούκ που το αγόραζαν και πάνω της κάρφωναν δύο δερμάτινες λουρίδες, τη μία για να κρατά το πάνω μέρος του ποδιού και την άλλη για να κρατά την φτέρνα και στα καθημερινά. Τα καθημερινά τσαρούχια είχαν για σόλα κομμάτι γουρουνίσιου ή βοδινού δέρματος. Το κομμάτι του επεξεργασμένου δέρματος το έκοβαν όσο χρειαζόταν για να τυλίξει το πόδι. Τρυπούσαν κατόπιν τις άκρες του και περνούσαν μέσα τους λεπτές λουρίδες δέρματος ή κορδόνι, το οποίο πέρναγαν και από την φτέρνα όταν το έδεναν, για να το συγκρατήσουν στο πόδι Στην φτέρνα ήταν ανοιχτά ή κλειστά Η επεξεργασία του δέρματος πριν γίνει τσαρούχι ήταν ολόκληρη διαδικασία. Μετά το γδάρσιμο του ζώου έκοβαν σε λουρίδες το δέρματου. Ύστερα τις αλάτιζαν και τις κρεμούσαν για να στεγνώσουν αλλά και για να ψηθούν από το αλάτι. Μετά από μερικές μέρες τις καθάριζαν με στάχτη και στη συνέχεια τις έπλεναν με σταχτόνερο. Αφού στέγνωναν τις αλάτιζαν πάλι και ξεκινούσαν την ίδια διαδικασία από την αρχή. Για να πετύχουν πολύ καλή επεξεργασία στο δέρμα πολλές φορές το δούλευαν με αυτό τον τρόπο μέχρι και ένα χρόνο. Στο πόδι τοποθετούσαν την γδαρμένη πλευρά του δέρματος, ενώ την άλλη με τις τρίχες την είχαν εξωτερικά. Δεν ξύριζαν τις τρίχες του ζώου από το δέρμα για να μην κολλούν τον χειμώνα ή λάσπη και το χιώνι. . Το είδος του δέρματος καθόριζε και την ποιότητα των τσαρουχιών . Τα τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού ήταν κακής ποιότητας γιατί είχαν λίπος το οποίο όταν ζεσταινόταν ή έπαιρνε υγρασία άλλαζε τη μορφή και το σχήμα των τσαρουχιών. Τα τσαρούχια από δέρμα βοδιού ήταν τα καλλίτερα γιατί το δέρμα του δεν έχει λίπος. Τα παιδικά παπούτσια τα έλεγαν στιβόλια . Ήταν κλειστά και τα έδενα με κορδόνια.

ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΑ ΕΡΙΑ


Του Θανάση Κορώνη

Στις αρχές του 13ου αιώνα και ίσως στα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας κτίστηκε στις όχθες του Μεσσάπιου ποταμού, στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Έρια και ανήκει στο χωριό, ένα μοναστήρι αφιερωμένο στα Εννιάμερα της Θεοτόκου περισσότερο γνωστή σήμερα σαν Παναγία στα Έρια. Ονομασία για την οποία δεν συμφωνούν οι μελετητές. Ίσως από ανάμνηση αυτού του γεγονότος η εκκλησία γιορτάζει και στις 23 Αυγούστου που είναι τα Εννιάμερα της Θεοτόκου.
Μια εκδοχή θέλει το όνομα να προέρχεται από την λέξη αρεός ή αριά κοινή ονομασία του δένδρου δρυς, η οποία αλλοιώθηκε γλωσσικά και έδωσε το όνομα Έρια. Αν προήλθε από την δρυ σημαίνει ότι το μέρος ήταν δασωμένο με αυτά τα δέντρα. Η δεύτερη εκδοχή ανάγει την ετυμολογία της λέξης στα έρια (μαλλιά) των αιγών και των προβάτων, τα οποία έπλεναν στον γειτονικό βρο κμπε (κουμπέ). Η τρίτη εκδοχή αναζητεί την ρίζα του ονόματος στην λέξη ιέρεια (ιερεύς) που ύστερα από παραφθορά έγινε Έρια. Η ιέρεια σύμφωνα με την ίδια υπόθεση είχε σχέση με το μοναστήρι είτε σαν καλόγρια ή σαν λαϊκή που το φρόντιζε. Μια τέταρτη εκδοχή μεταφέρει την αρχή του ονόματος στην μυθολογία. Στην Ερίβοια που μετά από μεγάλες αλλεπάλληλες παραφθορές έγινε Έρια. Στην ιστορική αρχαιότητα τέλος μας παραπέμπει μια τελευταία εκδοχή. Στην ύπαρξη στον γειτονικό ΑΛΑΦΟΚΑΜΠΟ της αρχαίας πόλης Υερίης από το όνομα του μυθικού Υεριέα πατέρα του Δελφικού ηρώα Λύκου, ο οποίος είχε σχέσεις με το νησί (Υερίη-Ιέρια-Έρια). Μερικές παλιές μνήμες των ντόπιων αναφέρουν ότι στα Έρια όταν το μοναστήρι ήταν στην ακμή του, χειροτονούσαν ιερείς (παπάδες) ή ότι ήταν σχολή ιερέων και από αυτό τον λόγο ονομάστηκε Ιέρια- Έρια. Η ντόπια παράδοση δεν ενδιαφέρεται τόσο για το όνομα όσο για την ίδρυση του μοναστηριού. Ιδρυτής φέρεται μια ευσεβής αυτοκράτειρα (Θεοδώρα) η οποία κατά την περιοδεία της στην Ελλάδα έκτιζε εκκλησίες. Μια από αυτές είναι και η Παναγία. Λένε μάλιστα ότι είναι χτισμένη πάνω σε θεμέλια αρχαίου Ελληνικού ναού. Τα αρχαία που έχουν βρεθεί σε κοντινές περιοχές μαρτυρούν την ύπαρξη μιας ανθούσας ιστορικά άγνωστης αρχαίας πόλης η οποία ενισχύει την λαϊκή πιστή. Δεν γνωρίζουμε αν ο σωζόμενος ναός ήταν το καθολικό της μονής ή όχι. Ορισμένοι το τοποθετούν μερικά μέτρα Βορειότερα και ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Αθανάσιο. Το σωζόμενο ναίδριο είναι χτισμένο στις αρχές του 13ου αιώνα (τέλη του 12ου κατ’ άλλους), χωρίς να αποκλείεται η ύπαρξη παλαιότερης εκκλησίας που μεταφέρει την ίδρυση της μονής σε πιο παλιούς χρόνους. Ο ναός είναι σταυροειδής με κυλινδρικό τρούλο. Στον τρούλο τέσσερα άνισα λεπτό-σχήμα ανοίγματα τοποθετημένα σταυρωτά αφήνουν το λιγοστό φως να περνάει. Οι εξωτερικές διαστάσεις του ναού είναι 4,80Χ6,50 μέτρα. Στα νότια υπήρχε, μέχρι το 1970 που το γκρέμισαν, ένα κτίσμα το οποίο εφάπτετο με την εκκλησία. Ήταν γνωστό σαν κελί. Στον ίδιο τοίχο υπάρχουν ίχνη τοξωτής πόρτας η οποία κλείστηκε με τοίχο αργότερα. Η ύπαρξη της ίσως σημαίνει την ύπαρξη παλαιότερα και δεύτερου παρεκκλησίου που επικοινωνούσε με τον κυρίως ναό. Την ένδειξη για την παραπάνω υπόθεση μας την παρέχει η κόχη στο διατηρημένο κομμάτι της Ανατολικής τοιχοποιίας. Με την ύπαρξη και δεύτερου ναού σε αυτό το σημείο συμφωνεί και η τοπική παράδοση. Αναφέρει μάλιστα ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Αθανάσιο. Αν υπήρχε και δεύτερος ναός η παράπλευρη τοποθέτηση των δύο εκκλησιών θα αποτελούσε τυπικό δείγμα από παράθεση ναού, που σπάνια συναντάμε στην Εύβοια. Η επικοινωνία των δύο ναών θα πρέπει να διακόπηκε τον ΙΖ΄ αιώνα γιατί τότε έγιναν οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό του σωζόμενου ναού στην θέση της εντοιχισμένης πόρτας. Η αγιογράφηση που υπάρχει σήμερα έγινε το 1637 σύμφωνα με την επιγραφή που υπάρχει στο αριστερό άκρο της γενέτειρας αψίδας. Η χρονολογία ΖΡΜΕ΄ σημαίνει 7145 επειδή τότε μετρούσαν ακόμα από κτήσεως κόσμου που σύμφωνα με την παράδοση έγινε το 5508. Επομένως το στρώμα έγινε το 1637, γιατί 7145- 5508 = 1637. Το στρώμα όλης αυτής της τοιχογραφίας είναι το δεύτερο. Το πρώτο που ταυτίζεται με το κτίσιμο του ναού, ανακαλύφθηκε το 1970 κατά τις εργασίες συντήρησης του ναού, χρονολογείται από τον Π.Λαζαρίδη στις αρχές του 13ου αιώνα, ενώ άλλοι το χρονολογούν στο τέλος του 12ου αιώνα. Η δεύτερη τοιχογραφία έγινε την εποχή που παρατηρείται μια άνθηση της ζωγραφικής στην Εύβοια (16ος -17ος αιων.). Άνθιση που φαίνεται από την ιστόρηση πολλών ναών στην περιοχή της κεντρικής Εύβοιας εκείνη την περίοδο. Ιστορείται την ίδια χρονολογία (1637) ο ναός στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του ΑΡΜΑ (1637) που ενώ η επιγραφή ανάφερε την χρονολογία ΖΡΜΕ΄, από λάθος ανάγνωση αποδόθηκε ΑΡΜΑ΄ (1145) και θεωρείται από μερικούς σαν η χρονολογία της κτήσης του. Στην ίδια περίοδο ιστορούνται η Παλιοπαναγιά στην Στενή και η Αγία Παρασκευή στην Λούτσα (α΄ μισό του 16ου αι.). Το 1556 ιστορείται το καθολικό της μονής Γαλατάκι και το 1565 το καθολικό της μονής του Αγ. Νικολάου στην Πάνω Βάθεια. Οι τοιχογραφίες του ναού των Ερίων περιέχουν μια εκλεπτυσμένη τέχνη η οποία φαίνεται από την γλυκύτητα των μορφών η οποία τις κάνει μοναδικές στον νομό την περίοδο του 16ου και 17ου αιώνα. Στην κόχη του ιερού εικονίζεται η Μήτηρ του Θεού η Πλατυτέρα με τον Ιησού παιδί, σε ξεχωριστό κύκλο. Στον τρούλο ο ιδιαίτερης τέχνης Χριστός Παντοκράτωρ περιστοιχίζεται από τάγμα Αγγέλων και αγίων. Σε κάθε σφαιρικό τρίγωνο που βαστάζει τον τρούλο εικονίζεται ένας Ευαγγελιστής. Σε ολόκληρο το κάτω διάζωμα των τοίχων είναι ζωγραφισμένοι Άγγελοι εκτός από δύο τύμπανα. Κατά την συντήρηση της τοιχογραφίας (1969-1970) στο τύμπανο της Βόρειας κεραίας του ναού που εικονίζεται η κοίμηση της Θεοτόκου, βρέθηκε το αρχικό πρώτο ζωγραφικό στρώμα. Οι τοιχογραφίες είναι αυτές που έρχονται σε επαφή με τον Χρόνο και πάνω τους περνά η ιστορία όταν τις καταστρέφουν ή βγάζουν τα μάτια των αγίων ή χαράσσουν οι ανώνυμοι σε αυτές τους φόβους τους. Κανείς δεν ξέρει ποια αγωνία οδήγησε το απελπισμένο χέρι του ανώνυμου προσκυνητή να χαράξει βιαστικά πάνω σε μια τοιχογραφία: Θα μπουν οι Τούρκοι στο μοναστήρι …..σήμερα…..Μαρτίου 17….. Για την ιστορία του μοναστηριού δεν γνωρίζουμε πολλά. Από έγγραφα λίγο μετά από την διάλυση του μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ήταν πλούσιο και είχε μεγάλη έκταση και περιουσία. Είχε μεγάλο λιοτρίβι τις πέτρες του οποίου προσπάθησε να πάρει ο Κριεζώτης για να φτιάξει το δικό του αλλά κατάφερε να μεταφέρει μόνο την μία. Η άλλη έμεινε στον δρόμο, που κείτεται μέχρι σήμερα, επειδή κατά την μεταφορά της ψόφησαν τα ζώα που την έσερναν. Δεν έφεραν άλλα γιατί θεώρησαν ότι η Παναγιά σκότωσε τα ζώα γιατί δεν ήθελε να πάρουν τις πέτρες από το μοναστήρι της. Το μοναστήρι διαλύθηκε το 1834 όταν τέθηκε σε εφαρμογή το Β.Δ. «περί φορολογίας και μισθώσεως των μοναστηριακών» που υπογράφηκε στις 25 Σεπτεμβρίου το 1833. Σύμφωνα με το οποίο μονή που είχε μόνο 6 μοναχούς κηρυσσόταν διαλυτέα οι μοναχοί μετατίθονταν σε διατηρούμενες και τα έσοδα από τα κτήματα του διαλυμένου μοναστηριού θα «περιήρχοντο εις τον λογαριασμόν του δημοσίου και προς την σκοπουμένην βελτίωση των Εκκλησιαστικών και της Παιδείας». Η Ιερά σύνοδο είχε προτείνει να έχουν μείνει 3 οι μοναχοί για να διαλυθεί ένα μοναστήρι. Οι τελευταίες σελίδες της μονής υπάρχουν σε έξι όλα και όλα έγγραφα των ετών 1834 – 1843, τα οποία φυλάσσονται στην Αρχειακήν Συλλογήν των Γενικών αρχείων του κράτους, με αριθμό φακέλου 530 και τίτλο : «Εννεαήμερα της Θεοτόκου ή Έρια». Η κινητή περιουσία του μοναστηριού η ιερά αποσκευή πήγε εν μέρει στην μονή Ηλίων και η υπόλοιπη έμεινε στον ναό και ειδοποιήθει ο επίσκοπος. Από το δεύτερο έγγραφο μαθαίνουμε ότι η αποσκευή που στάλθηκε στο Επισκοπείο Χαλκίδος περιλάμβανε : 2 κιβώτια αργυρά, διευθύνσησαν εις την μονήν Ήλια. 1 Σταυρός αργυρούς, διευθύνθη εις την μονήν Ήλια. 2 Στέφανα αργυρά 42 δράμια. 1 Κανδήλα αργυρά 95 δράμια. 1 Ευαγγέλιον 6 δραχμαί. 1 Οκτώηχος αργυρά 1 δραχμή. 1 Ψαλτήριον αργυρούν 1 Δραχμή, κακής καταστάσεως. 1 δισκοπότηρον εκ κασσιτέρου. 2 μηναία 5 δραχμαί. 2 Κανδήλες εκ λευκού σιδήρου. Εις πολυέλαιος ομοίως, 5 δραχμαί. Έμειναν τα δύο τελευταία εντός του ναού και ειδοποιήθη ο Επίσκοπος. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών προσπάθησαν να επωφεληθούν από την διάλυση και ζητούσαν να πάρουν τις εικόνες. Ένα τέτοιο αίτημα διατύπωσαν οι κάτοικοι του Πάλιουρα όπως φαίνεται στο πρώτο έγγραφο με ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 1834. Από τα υπάρχοντα έγγραφα δεν γνωρίζουμε αν ικανοποιήθηκε το αίτημα τους.

ΘΡΥΛΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΑ ΕΡΙΑ (Υπαπαντή)

Η ΙΔΡΥΣΗ

Την εκκλησία ίδρυσε η αυτοκράτειρα Θεοδώρα όταν έκανε περιοδεία στην Ελλάδα κτίζοντας εκκλησίες. Η εκκλησία στα Έρια είναι η χιλιοστή. Η Θεοδώρα επιστρέφοντας παραθαλάσσια για την Κωνσταντινούπολη έκτισε σε κάποια Ευβοϊκή ακτή ακόμα μια εκκλησία την χιλιοστή πρώτη. Όταν περνούσε ανοιχτά από την Εύβοια το πλοίο της δέχθηκε επίθεση από πειρατές. Αμέσως άρχισε να προσεύχεται στην Παναγία να την σώσει. Η Παναγία άκουσε τις προσευχές της και την βοήθησε να βγει σώα στο πιο κοντινό λιμάνι, εκεί που είναι η σημερινή Χιλιαδού και για να προστατεύσει αυτή το καράβι και το πλήρωμα της μαρμάρωσε τα καράβια των πειρατών λίγο πριν φτάσουν στην ακτή. Πολύ παλιά η θάλασσα σε αυτή την περιοχή πήγαινε τρία με τέσσερα χιλιόμετρα μέσα, έφτανε μέχρι το χωράφι του Τσιγιάννη όπου υπάρχουν ακόμα δέστρες πλοίων. Ήταν αγκυροβόλιο των Ρωμαίων οι οποίοι όταν εγκατέλειψαν το νησί έφυγαν από εκεί. Την χρήση του παρέλαβαν οι Βυζαντινοί. Η είσοδος του ήταν εκεί που σήμερα εκβάλει το ποτάμι και για να την προστατεύουν στον λόφο αριστερά από το στόμιο είχαν κτίσει ένα μικρό οχυρό τα ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα. Οι ντόπιοι, φύλακες του θρύλου, ονομάζουν την είσοδο ΜΠΗΚΑ που προέρχεται από έναν παλιό διάλογο που έχουν σώσει μεταξύ κάποιου καπετάνιου και ενός άλλου: «Μπήκες καπετάνιε»; Μπήκα. Ότι έχει μείνει σήμερα για να θυμίζει τα πετρωμένα καράβια είναι τα δυο μικρά βράχια μπροστά στην παραλία και ένας τρίτος βράχος λίγο μακρύτερα, ανατολικά από τον όρμο της Αγ. Ειρήνης που τον λένε πέτρο κάραβο, γιατί μοιάζει με καράβι από μακριά. Η αυτοκράτειρα όταν έφτασε στο αγκυροβόλιο και αισθάνθηκε ασφαλής προσευχήθηκε πάλι στην Παναγία και για να την ευχαριστήσει έκτισε στην κορυφή του λόφου δυτικά από το λιμανάκι μία Εκκλησία αφιερωμένη σ’ αυτή. Η εκκλησία ήταν κατά σειρά η χιλιοστή δευτέρα (1002) και έγινε γνωστή με την αριθμητική σειρά της ίδρυσης της. Το πέρασμα όμως του χρόνου και η φθορά του ονόματος από την προφορική παράδοση έκαναν το δύο σε δού και την ονομασία της εκκλησίας από Παναγία η χίλια δύο σε Παναγία η Χιλιαδού, δίνοντας ίδιο όνομα και στην παραλία που βρίσκεται μπροστά της. Κατά άλλους ονομάστηκε έτσι γιατί τα βράχια της εισόδου της έμοιαζαν σαν δύο χείλη και γραφόταν χείλια (χείλη) δύο και με την επέμβαση του χρόνου Χιλιαδού.

ΤΟ ΚΤΙΣΙΜΟ

Η εκκλησία είναι μονομερίτικη, κτισμένη δηλαδή σε μια μέρα και τούτο γιατί οι Τούρκοι τόσο λίγο χρόνο έδιναν στους Χριστιανούς για να κτίζουν τις εκκλησίες τους. Το απόβραδο όταν είχαν τελειώσει το κτίσιμο κάποιος Τούρκος για άγνωστο λόγο ανέβηκε στον τρούλο για να τον γκρεμίσει. Μόλις έφτασε στην κορυφή και πριν προλάβει να τον αγγίξει έπεσε κάτω και σκοτώθηκε σαν να τον έσπρωξε κάποιο αόρατο χέρι. Ο θάνατος του θεωρήθηκε θαύμα που φόβισε τους άλλους Τούρκους και τους έτρεψε σε φυγή. ΤΟ ΕΛΑΦΙ Κάθε χρόνο της Υπαπαντής στην γιορτή της Παναγίας ερχόταν ένα ελάφι θυσία στην γιορτή της. Έπινε νερό στο ποτάμι και ύστερα το θυσίαζαν. Κάποια χρονιά δεν άφησαν το ελάφι να πιει νερό και να ξαποστάσει γιατί βιάστηκαν να το σφάξουν. Από τότε άλλο ελάφι δεν ξανάρθε.


Ο ΦΛΕΤΡΑΣ

Κάθε χρόνο την παραμονή της Υπαπαντής πολλές γυναίκες πήγαιναν με τα πόδια στην εκκλησία της Παναγίας στα Έρια για να πάρουν μέρος στην αγρυπνία. Γύρω στα μεσάνυκτα έβγαινε από το ιερό ένας ΦΛΕΤΡΑΣ. Αφού έκανε ένα γύρω στο εσωτερικό της εκκλησίας πήγαινε και καθότανε στην εικόνα της Παναγίας. Από εκεί έφευγε και πήγαινε πάλι στο ιερό, την άλλη μέρα όταν τελείωνε η λειτουργία. Πολλοί λένε ότι ο ΦΛΕΤΡΑΣ βγαίνει ακόμη και σήμερα


ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


Ανήμερα της Υπαπαντής την ημέρα της γιορτής της Παναγίας και όταν η λειτουργία είναι στην μέση περίπου δακρύζει η εικόνα της γιατί κλαίει η Παναγία επειδή οι άνθρωποι πήραν τον στραβό δρόμο.

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Ο ΑΓΡΙΟΣ ΛΥΚΟΣ
ΤΗΣ ΔΙΡΦΥΣ Μυθολογικός Δίρφυος ήρωας γιος του Υριέα και της νύμφης Κλονίης, εγγονός της Πληάδες Αλκυώνης και του Ποσειδώνα, αδελφός του Νυκτιέα. Δεν αναφέρεται πουθενά ποιο ακριβώς μέρος της Δίρφυς ήταν πατρίδα του Λύκου.
Από την ονομασία της τοποθεσίας Υέρια ή Ερια από τον πατέρα του Υριέα είναι ο πιθανότερος τόπος καταγωγής του. Μαζί με τον αδερφό του σκότωσαν τον Φλεγύα γιο του Άρη. Μετά τον φόνο οι δύο φυγάδες βρήκαν καταφύγιο στην Θήβα, όπου πολιτικογραφήθηκαν από τον Πενθία ο οποίος ονόμασε τον Λύκο «πολέμαρχο», αρχηγό του στρατού. Μετά τον θάνατο του Πενθία βασίλεψε για είκοσι χρόνια. Στα χρόνια της βασιλείας του η κόρη του αδελφού του απέκτησε γιο από τον Δία. Φοβούμενοι όμως την οργή του θείου της και του πατέρα της κατέφυγε στη Σιφώνα και παντρεύτηκε τον Επωπέα. Ο Λύκος βρήκε εντολή από τον αδελφό του Ναυκτιέα που είχε αυτοκτονήσει να τιμωρήσει τον Επωπέα. Εκστράτευσε εναντίον της Σικνυώνας σκότωσε τον Επωπέα και πήρε αιχμάλωτη την ανηψιά του Αντιόπη. Όταν επέστρεψε στην Θήβα φονεύθηκε με την γυναίκα του Δίρκη από τον Αμφίωνα και τον Ζήθο. Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του «Ηρακλής Μαινόμενος» παρουσιάζει διαφορετικά τον μύθο. Ο λύκος της Δίρφυς κατέλαβε τον θρόνο των Θηβών όταν ο Ηρακλής βρισκόταν στον Άδη για να φέρει τον Κέρβερο. Σκοτώθηκε όμως όταν ο Ηρακλής επέστρεψε από τον Άδη.


http://evia-blog.blogspot.com/